Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΤΩΧΕΥΣΗ...


1. Η οικονομική εξέλιξη 1950-2002

Η ανάπτυξη της ελληνικής βιοτεχνίας και βιομηχανίας μετά το 1950 στηρίχθηκε στο υπόδειγμα της υποκατάστασης των εισαγωγών, ενώ η άνοδος του αστικού τομέα και η χρηματοδότηση εν πολλοίς της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονισμού στο παράδειγμα –με την έννοια που δίνει ο Kuhn- της μεταβολής των εσωτερικών όρων εμπορίου.
Οι πενιχροί οικονομικοί πόροι, οι καθυστερημένες πολιτικές και κοινωνικές δομές και ιδιαίτερα η λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού περιορισμένης αποτελεσματικότητας, οπισθοδρομικών, κατά μεγάλο μέρος, ηγεσιών και εκτεταμένης διαφθοράς (έκνομης συνεννόησης πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου) αποτέλεσαν το πλαίσιο της μεταπολεμικής Ελλάδος˙ αντίστοιχο που δεν διέφερε αισθητά εκείνου των κοινωνιών του αυτού επιπέδου ανάπτυξης (Βαλκανικές χώρες, Λατινική Αμερική, Τουρκία, κλπ). Συνεπώς, η έξοδος από τους «φαύλους κύκλους» της πενίας μέσω της χρήσης του ανταγωνιστικού υποδείγματος ανάπτυξη μέσω εξαγωγών φαινόταν σχεδόν αδύνατη. Η εναλλακτική αυτή λύση σήμαινε υψηλές επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής, ώστε το προϊόν να είναι ανταγωνίσιμο στη διεθνή αγορά. Αναγκαίες προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη καινοτόμων επιχειρηματιών κατά πρώτο και κατά δεύτερο εκπαιδευμένου η δυνάμενου ευκόλως να καταρτισθεί εργατικού δυναμικού σε νέες τεχνολογίες. Στη χώρα έλλειπαν και τα κεφάλαια και η επιχειρηματική δομή. Αναπόφευκτα λοιπόν συστάθηκαν μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τεχνολογίας, προστατευμένες με δασμούς, στραμμένες στην υποκατάσταση των εισαγωγών.

Μέχρι το 1953 είχαν τεθεί τόσο οι κανόνες (υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολαρίου και της λίρας), όσο και το νομικό πλαίσιο για την εισροή ξένου κεφαλαίου. Η Ελλάς, μέχρι την πρώτη πετρελαϊκή κρίση (1973), επέτυχε έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο με μικρούς κοινωνικούς κραδασμούς. Η χρηματοδότηση αυτού του υποδείγματος στηρίχθηκε σημαντικά μέσω της χειροτέρευσης των εσωτερικών όρων εμπορίου (πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων σε σχέση με εκείνη των μη αγροτικών). Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή πραγματοποιήθηκε, διότι προέκυψε ένας μηχανισμός εξωγενής, αρχικά απρόβλεπτος, που εξαφάνισε προσωρινώς (αλλά με βαρύτατες μακροχρόνιες επιπτώσεις, που ηθελημένα αγνοήθηκαν τότε), μεγάλο μέρος των αρνητικών επιδράσεων τής έστω και ημιτελούς ασκηθείσας οικονομικής πολιτικής. Αυτή ήταν η εξωτερική μετανάστευση, η οποία λειτούργησε στο ευρύτερο ευρωπαϊκό επίπεδο και απετέλεσε συμπλήρωμα της εσωτερικής και συχνά απόρροιά της. Ό,τι δηλαδή αποτελούσε η πόλις για την ύπαιθρο, παρόμοια σχεδόν εμφανίσθηκε να συνιστά ο Βορράς (Γερμανία, ΗΠΑ, κλπ) για τον Νότο ( Ελλάς, Ιταλία κλπ). Το προσωρινό αποτέλεσμα ήταν να εξαϋλωθεί η πλεονάζουσα εργατική δύναμη, η οποία δημιουργείτο από τη σύνθλιψη του αγροτικού τομέα. Τοιουτοτρόπως, η χώρα δεν αντιμετώπισε τις τενεκεδουπόλεις και την αθλιότητα των λατινοαμερικανικών και αφρικανικών κλπ κρατών. Επιπροσθέτως, η εξαγωγή εργατικού δυναμικού είχε θετικές εισροές στο ισοζύγιο πληρωμών, αφού, από κοινού με την ναυτιλία, τα μεταναστευτικά εμβάσματα κάλυψαν τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου, που αποτελεί ουσιώδη ανασταλτικό παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης. Συνεπώς, βραχυπροθέσμως και μεσοπροθέσμως οι ρυθμοί μεγέθυνσης, κάτω από παράλληλη περιοριστική νομισματική επέκταση, έδειξαν θεαματικά αποτελέσματα, κρύβοντας όμως τα πραγματικά προβλήματα: χαμηλή παραγωγικότητα στη βιομηχανία, στραμμένη σε υποκατάσταση εισαγωγών και επιβιώνοντας ως δασμοβίωτος, εξαγωγή εργατικής δύναμης, κλπ. Από το 1970, όμως, οι ελλείψεις σε εργατικά χέρια ήταν τέτοιες που ξεκίνησε εισαγωγή φτηνού εργατικού δυναμικού από χώρες κυρίως της Αφρικής. Μεταξύ 1955-1971 η αγροτική έξοδος ξεπέρασε τα 1,6 εκατ. άτομα σε έναν πληθυσμό 8,5 εκατ. κατοίκων, ενώ η καθαρή εξωτερική μετανάστευση τις 800 χιλ. Η εισροή αλλοδαπών εργαζομένων πλησίασε τα 150 χιλ. άτομα (στο διάστημα 1971-73).
Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση (1973) οριοθέτησε τη δυναμική αυτή (μιας τακτικής είκοσι και πλέον ετών). Στην αρχή της μεταπολίτευσης κατεβλήθη απόπειρα να επανέλθει το σκάφος εκ νέου σε ήρεμα νερά, αλλά η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση (1979) έδωσε τη χαριστική βολή στη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Η τότε κυβέρνηση, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα νέο ξεκίνημα και να απαγκιστρωθεί από το τέλμα στο οποίο είχε οδηγηθεί το όλο μεταπολεμικό εγχείρημα, ενέταξε τη χώρα στην Ε.Ο.Κ. Αυτή η φιλόδοξη προσπάθεια ενώ αρχικά, επιφανειακά, φαινόταν ότι αποτελούσε το εχέγγυο (η χώρα μέλος της πλουσιότερης λέσχης μετά τις ΗΠΑ), κατ’ ουσίαν υπέσκαψε σε μεγάλο βαθμό τις όποιες πιθανότητες επιτυχίας οικονομικής εξέλιξης. Τα βασικά επιχειρήματα των υποστηρικτών περιστρέφονταν, εκτός της πολιτικής αναβάθμισης, στο δημοσιονομικό όφελος (λόγω των επιδοτήσεων) και στην στήριξη της βιομηχανίας, λόγω του εύρους της αγοράς. Η πεποίθηση αυτή παρέβλεπε ένα ουσιώδες γεγονός. Το υπόδειγμα ανάπτυξης μέσω υποκατάστασης εισαγωγών στηριζόταν σε εισαγωγή τεχνολογίας κεφαλαιουχικού εξοπλισμού κλπ και, (λαμβάνοντας υπ’ όψιν το μικρό μέγεθος της αγοράς όπως επίσης την αδυναμία συχνά των επιχειρήσεων στην επίτευξη του ελαχίστου οικονομικού αδιαίρετου και της ανυπαρξίας οικονομιών κλίμακος), στα τελωνειακά τείχη.

Μέχρι το 1981 οι δασμοί δεν έπαιξαν τον «παιδαγωγικό» ρόλο που υποστήριζε ο List στα περί νηπιακής βιομηχανίας. Η κατάργησή τους, λόγω της ΕΟΚ, επέσυρε την κατάρρευση της βιομηχανικής παραγωγής. Αλλά ανεφάνη ένα εξίσου ουσιώδες αίτιο. Ο στασιμοπληθωρισμός το 1973 είχε ως απόρροια την εκτίναξη των τιμών στο 25%, ενώ για το μέχρι 1979 διάστημα, παρά τα μέτρα περιστολής του, παρέμεινε διψήφιος. Μία από τις αιτίες ήταν η επιβολή επί σειράς ετών αγορανομικών διατάξεων. Οι μικρές δασμοβίωτες, χαμηλής παραγωγικότητας, βιοτεχνίες και βιομηχανίες εντάσεως εργασίας κατά το πλείστον, δεν είχαν δυνατότητες επιβίωσης στον ανταγωνισμό. Δεν υφίστατο ουσιώδες ενδογενές κίνητρο εκσυγχρονισμού τους. Καθ’ όλη σχεδόν την προενταξιακή περίοδο οι μισθοί συγκρατούνταν, λόγω αυταρχικής διακυβέρνησης, σε χαμηλά επίπεδα.

Μετά το 1973 η άνοδος των πρώτων υλών ένεκα διαρκούς διολίσθησης του νομίσματος (εισαγόμενος πληθωρισμός) και η πίεση για μισθολογικές βελτιώσεις επέτειναν τις πληθωριστικές πιέσεις στο κόστος παραγωγής. Όθεν, η αγορανομική διάταξη πρόβαλε ως απάντηση. Παρόμοια όμως πολιτική δεν είναι δυνατόν να συνιστά επί μακρόν βιώσιμο λύση. Ήδη από το 1972 η μαύρη αγορά είχε – παρά τη δικτατορία – αναφανεί. Παρ’ όλα αυτά οι τιμές δεν σταθεροποιήθηκαν, σε κάποιο έστω υψηλό σημείο, αλλά συνεχώς ανέρχονταν. Ενώ οι ανεπτυγμένες χώρες (ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία, κ.λπ.) εξήγαγαν ένα μέρος του πληθωρισμού τους στις ολιγότερο ανεπτυγμένες, η Ελλάς αδυνατούσε να το πράξει αυτό, αφού η βιομηχανία της ήταν στραμμένη στην εσωτερική αγορά, ενώ οι χώρες στις οποίες εξήγαγε (Μέση Ανατολή, Αφρική, κ.λπ.), επειδή ήταν οι τελευταίοι αποδέκτες της μετακύλισης του κόστους, βρέθηκαν σε δεινότερη εκείνης θέση.

Τοιουτοτρόπως, η φανερή αποσταθεροποίηση της βιομηχανίας εκείνης της εποχής κρίθηκε ότι αντιμετωπίζετο με την είσοδο στην Ε.Ο.Κ. Υπελογίζετο ότι το εύρος της αγοράς θα προσέφερε τον ζωτικό χώρο που έλειπε από την μικρή ελληνική ή την υποδεέστερη του τρίτου κόσμου. Το επιχείρημα αυτό ήταν αίολο, διότι παρέβλεπε την τάση μιμητισμού. Στην περίοδο μετά το 1960, σε επιταχυνόμενο έστω και ελαφρώς ρυθμό, συστάθηκε ευρεία μεσαία τάξη με καταναλωτικά πρότυπα που προσιδίαζαν προς αυτά της Δύσης. Περαιτέρω η τάση της επίδειξης του Έλληνα καταναλωτή τον ωθούσε στην αγορά των ακριβών μεν αλλά ποιοτικών ανώτερων δε ευρωπαϊκών (και όχι των κατώτερων εγχώριων). Συνεπώς, η είσοδος της Ελλάδος στην Ε.Ε συντόμευσε και ολοκλήρωσε την φθίνουσα μετά το 1973 πορεία (κατ’ ουσίαν διέλυσε τη βιομηχανία). Το 1950 ο δευτερογενής τομέας αποτελούσε το 20,1% (εκ των οποίων 11,7% η μεταποίηση) του ΑΕΠ, το 1995 (μετά το Μάαστριχτ) 27,8% (16,6% μεταποίηση). Ο αριθμός των μισθωτών ανήλθε (52,8% το 1995 έναντι 27,3% το 1950). Ωστόσο, το μέγεθος των επιχειρήσεων του δευτερογενούς τομέως ήταν εξαιρετικά μικρό. Ενώ προπολεμικά, το 1938, το 93,2% των «βιομηχανιών» – βιοτεχνιών απασχολούσε μέχρι 5 άτομα, το 1988 αυτό έπεσε μόλις στο 85%. Σε ελάχιστες ανεπτυγμένες χώρες το 27% των απασχολούμενων είναι εργοδότες -αυτοαπασχολούμενοι (η συντριπτική πλειοψηφία αφορά αυτοαπασχολούμενους) .


2. H κοινωνική και πολιτική συγκρότηση (1950-2010)

Τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπισε η Ελλάς στο μεσοπόλεμο και στην αμέσως μετά τη δεύτερη παγκόσμια σύρραξη εποχή ολίγο διέφεραν από τα αντίστοιχα των άλλων αναπτυσσομένων χωρών (Βαλκάνια, Νότιος Ευρώπη, Λατινική Αμερική, κ.λπ.): κρατική πατρωνία, στρατιωτική επέμβαση, μικρή μεσαία τάξη και αδύναμη εργατική, εκτεταμένο αγροτικό υπόβαθρο.

Η κατοχή της χώρας από τη συμμαχία του Άξονα (Απρίλιος 1941-Οκτώβριος 44) δημιούργησε μεγάλο αντιστασιακό κίνημα, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου ελέγχετο από την αριστερά. Ο Τσώρτσιλ αντάλλαξε με τον Στάλιν την χώρα με την Πολωνία, κάτι που το κομμουνιστικό κόμμα αρνήθηκε να αποδεχθεί. Η σύγκρουση που διήρκησε, με διάλειμμα, μέχρι το 1949 οδήγησε σε οξύ πολιτικό ζήτημα. Το σχέδιο Marshall που ακολούθησε την UNRRA ενίσχυσε την επαναλειτουργία του κράτους. Μολαταύτα, η κατάσταση παρέμεινε έκρυθμη και η άνοδος του Κέντρου εκρίθη ως επικίνδυνη για τη συντηρητική παράταξη. Έτσι το πραξικόπημα 1967-74 θεμελιώθηκε πάνω στην ψευδή ταύτιση του Κέντρου με τους κομμουνιστές. Η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο εξαΰλωσε τους πραξικοπηματίες και η νέα κυβέρνηση προσπάθησε αόκνως να επιτύχει την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε, προκειμένου να παγιώσει κλίμα ηρεμίας και οικονομικής ανάπτυξης.

Ωστόσο, πραγματοποιήθηκε το ασυνήθιστο. Η πολιτικώς ηττηθείσα αριστερά κυριάρχησε ιδεολογικώς και μολονότι δεν έλαβε τη διακυβέρνηση, επικράτησε επί της πολιτικής πρακτικής. Το 1990 το δημόσιο έλεγχε πλέον του 90% των καταθέσεων των τραπεζών, μεγάλο μέρος των μεγάλων εταιρειών και το σύνολο σχεδίου των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (Επιχειρήσεις Ρεύματος, Τηλεπικοινωνιών, Ύδρευσης – Αποχέτευσης, Τηλεόρασης, Ραδιοφώνου, Συγκοινωνίες, κ.λπ.).

Το κίνημα του νεοφιλελευθερισμού έφθασε στην Ελλάδα με καθυστέρηση δέκα ετών. Αλλά η κυβέρνηση που προσπάθησε να εφαρμόσει παρόμοια πολιτική συνετρίβη εκλογικώς το 1993. Παρ’ όλα αυτά η συνθήκη του Μάαστριχτ αποτελούσε το καθοδηγητικό άστρο και έτσι ένα φιλόδοξο πρόγραμμα σύγκλισης χαράχτηκε με συνέπεια ο διψήφιος πληθωρισμός που από το 1973 ταλάνιζε τη χώρα να συρρικνωθεί στο 2% το 2000 και με εξαίρεση το δημόσιο χρέος η Ελλάς να πληροί τις συνθήκες ένταξης στην Ευρωζώνη. Από το 2002 το Ευρώ κατέστη το επίσημο νόμισμα της χώρας. Το 2004 η επιτυχημένη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων και οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης από το 1995 και εντεύθεν, κάλυπταν τον κίνδυνο, που ήταν το δημόσιο χρέος. Το τελευταίο από 37% το 1979 έφθασε το 1989 σχεδόν στο 100% του ΑΕΠ. Μολονότι τα δημόσια ελλείμματα επισήμως κινήθηκαν περί το 3%, μετά το 2008 αυτά εκτοξεύθηκαν και το 2009 ανήλθαν στο 15,6%, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης υπήρξε αρνητικός.

Αλλά το πλέον αξιοσημείωτο ήταν ότι καθ’ όλην την εξηκονταετία 1950-2010 δεν κατέστη δυνατόν ούτε η δημόσια διοίκηση να εκσυγχρονισθεί, ούτε να σχηματισθούν πολιτικές δυνάμεις που να προωθούν παρόμοιο αίτημα, αλλά ούτε και να διαμορφωθεί επιχειρηματική τάξη. Η συντριπτική πλειοψηφία των αστών παρέμεινε με εμπορική ιδεολογία. Αυτό ήταν επόμενο, αφού οι κοινωνικές τάξεις από την αγροτική αντίληψη και το μικρεμπόριο προσπάθησαν να «περάσουν» απευθείας στην καπιταλιστική λογική.

3. Αίτια και προοπτικές της παρούσας κρίσης: Η πολιτική μετά το 2002

Η επιτάχυνση της κατάρρευσης του υποδείγματος ανάπτυξης της Ελλάδος μετά την είσοδο της στην Ε.Ο.Κ. το 1981 και η μακρόχρονη πολιτική και κοινωνική καταπίεση είχε ως απόρροια η νέα κυβέρνηση (Οκτώβριος 1981), η οποία είχε σαρώσει στις εκλογές γι αυτούς τους λόγους, μη διαθέτοντας εναλλακτική λύση , να προχωρήσει σε εκτεταμένη αναδιανομή του εισοδήματος. Υπελογίζετο ότι μέσω μιας δραστήριας κεϋνσιανής πολιτικής (ενίσχυση των χαμηλομίσθων, εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης) θα ετονώνετο η ζήτηση και ακολούθως, μέσω αυτής, οι επενδύσεις. Οι όροι εμπορίου λόγω της ένταξης στην ΕΕ διαστράφηκαν (λόγω κοινοτικής προτίμησης) με απόρροια ακόμη και το ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων να καταστεί πλέον μονίμως αρνητικό. Στην δεκαετία 1980 δεν επιταχύνθηκε μόνον η διάλυση της βιομηχανίας λόγω ΕΟΚ, αλλά παράλληλα ετέθησαν οι βάσεις για την αποσύνθεση της γεωργίας. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) δομημένη πέριξ των «βορείων» προϊόντων (κτηνοτροφία) δεν επέτρεπε ευρείες δυνατότητες σε εκείνα της φυτικής προελεύσεως (μεσογειακά) . Η κατάσταση καλύφθηκε ως φύλο συκής από τις πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις (αποσύρσεις, χωματερές κλπ). Το υπόδειγμα ενός αγροτικού τομέα με μέση έκταση κατά άτομο 35 στρέμματα, άκρως πολυτεμαχισμένης και ημιάγονης, με ταχεία εκμηχάνιση, λόγω της ασκηθείσας αγροτικής πολιτικής, οδηγήθηκε αναπόφευκτα σε στασιμότητα . Η αγροτική έξοδος απομάκρυνε τους νέους και κατά τεκμήριο αυτούς που θα ηδύναντο να προχωρήσουν σε αναδιαρθρώσεις.

Ταυτοχρόνως στον μη αγροτικό τομέα λειτούργησε ένα δίπολο: από το ένα μέρος μια κυβέρνηση, που δεν πίστευε στην επιχειρηματικότητα για ιδεολογικούς λόγους, από το άλλο ένα κοινωνικό στρώμα, που υποτίθεται ότι αποτελούσε την επιχειρηματική τάξη, αλλά χωρίς να διαθέτει ούτε τα κεφάλαια, αλλά ούτε τις δυνατότητες (και τη θέληση) για συσσώρευση κεφαλαίου.

Η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού περί το 1990, και με δεδομένη την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού από την προηγούμενη δεκαετία, είχε ως απόρροια να διαφοροποιηθεί η πλεύση. Παρ’ όλα αυτά η ελληνική κοινωνία έχοντας γαλουχηθεί αλλιώς παρέμενε (αυτοεγκλωβισμένη) σε προηγούμενες καταστάσεις. Το φιλελεύθερο πείραμα 1990-93 θα αυτοσυντριβεί (η ελληνική πολιτική τάξη μετά τον Καποδίστρια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, θα παραμένει ανεπαρκής. Θα ισχύει σταθερά ο νόμος του Gresham: το κακό νόμισμα διώχνει το καλό, ή οι μέτριοι ή οι φαύλοι θα εξαναγκάζουν τους ικανούς να μένουν μακράν των κοινών). Η προσπάθεια για εκσυγχρονισμό που ακολούθησε μετά το 1996 φάνηκε να επιτυγχάνει κάποια αποτελέσματα: ο διψήφιος πληθωρισμός συρρικνώθηκε και σημειώθηκαν ορισμένες αλλαγές. Τα δημόσια έργα λόγω της Ολυμπιάδας το 2004 επαύξησαν τη φενάκη του εγχειρήματος, αφού διεύρυναν τις αυταπάτες. Η ΟΝΕ και το ευρώ ολοκλήρωσαν την ψευδαίσθηση. Η χώρα δανειζόταν με χαμηλό επιτόκιο και εθεωρείτο φερέγγυα. Ενώ η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 αποτέλεσε τον ολετήρα της λυμφατικής βιομηχανικής ανάπτυξης, η συμμετοχή της στο Ευρώ (2002) κατέστρεψε σχεδόν το όποιο παραγωγικό δυναμικό είχε απομείνει. Το υπερτιμημένο νόμισμα (διαρκής ανατίμησή του έναντι του δολαρίου, του γιεν και του γουάν) υπέσκαψε την ελληνική παραγωγή (και τις εξαγωγές) διευρύνοντας τις εισαγωγές.

Ωστόσο η εικονική πραγματικότητα δεν διήρκεσε πολύ. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008 ανέσυρε στην επιφάνεια τα ζητήματα: πολιτική ομάδα που αδυνατεί να βελτιωθεί, επιχειρηματίες που σιτίζονται από το πρυτανείο-κρατικό ταμείο, διαρκής πίεση για άνοδο των μισθών με χαμηλή παραγωγικότητα, γενικευμένη οικονομική διαφθορά. Τουτέστιν, κρατικοδίαιτο σύστημα χωρίς αξιόπιστο κράτος (ανεπαρκής δημόσια μηχανή). Το εγχώριο προϊόν αυξάνεται ως «φούσκα» με δάνεια, που αμέτρως χορηγούνται. Όλοι μένουν ικανοποιημένοι: οι δανειστές γιατί πιστεύουν ότι ανακάλυψαν τη σίγουρη τοποθέτηση, οι ηγήτορες διότι έτσι γίνονται αρεστοί στα πλήθη, οι πολίτες διότι αυξάνεται το επίπεδο διαβίωσής τους. Ωστόσο η υπερχρέωση δεν μπορεί επ’ άπειρον να αποκρύβεται. Μέσα σε πέντε έτη (2005-9) η κυβέρνηση δανείσθηκε 80% πλέον αυτών που είχαν λάβει οι προηγούμενες επί πολλές δεκαετίες. Όθεν και τον Μάιο 2010 η χώρα εισέρχεται σε καθεστώς επίβλεψης κάτω από το ΔΝΤ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΚΤ (τρόικα).

Το μνημόνιο που ψηφίσθηκε επικεντρώνεται κυρίως στο πρώτο πρόβλημα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Σε μια οικονομία με αξιόλογη παραγωγική βάση πιθανώς τα μέτρα λιτότητας θα έφερναν κάποιο αποτέλεσμα. Αλλά σε μια χώρα όπου το 60% των κατοίκων δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ φόρο παρόμοια πολιτική υπήρξε συμφορά. Συνεπώς η μείωση των μισθών με το πρωτοφανές πρόγραμμα λιτότητας διευρύνει την ύφεση. Η αδυναμία των εισπρακτικών μηχανισμών και η σύνθεση της όλης κοινωνικής δομής (φορολογικά δικαστήρια, κλπ) επιτρέπει την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, άρα τη επιβάρυνση μέρους μόνο του πληθυσμού. Ελάχιστες χώρες στον κόσμο έχουν τέτοιο αριθμό αυτοαπασχολουμένων και αγροτών (άνω του 35% του εργατικού δυναμικού). Αυτό συνδυαζόμενο με τη γενικευμένη διαφθορά διογκώνει το ζήτημα με συνέπεια η Ελλάς να χαρακτηρίζεται από τα υψηλότερα ποσοστά παραοικονομίας (30% και άνω).

Έτσι το μνημόνιο διευρύνει το δεύτερο πρόβλημα: το δημόσιο χρέος.
Εκτιμήθηκε από τους δανειστές ότι μετά 3-4 έτη το χρέος, αφού θα υπήρχαν πρωτογενή πλεονάσματα, θα άρχιζε να μειώνεται. Οι απόψεις αυτές είναι προ-κεϋνσιανές και επιπροσθέτως άσχετες με την ελληνική πραγματικότητα. Χώρα με 160% χρέος στο ΑΕΠ και μάλιστα με υποτυπώδη παραγωγικό μηχανισμό είναι δυνατόν μόνο στην φαντασία των μαθητευόμενων μάγων του ΔΝΤ και των ευρωπαίων νεοφιλελεύθερων να μειώσει το χρέος.
Περαιτέρω το μνημόνιο κάνει λίγα πράγματα για να συρρικνώσει το τρίτο πρόβλημα που είναι και το ουσιαστικότερο: Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Το επηρεάζει πλαγίως: ένεκα της δυσπραγίας (ύφεσης) μειώνονται οι εισαγωγές, ενώ μέρος των προϊόντων που διοχετεύετο στην εσωτερική αγορά οδηγείται πλέον σε όμορες χώρες (αύξηση των εξαγωγών). Όλες σχεδόν οι συζητήσεις και τα άρθρα στον ελληνικό και διεθνή τύπο εστιάζονται στο πρώτο ζήτημα και μόλις στις αρχές του 2011 στο δεύτερο.

Κατ’ ουσίαν θα έπρεπε τα όποια μέτρα να ξεκινήσουν από το τρίτο, δηλαδή αντίστροφα: ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων σε κλάδους με υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία και άρα διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας (συνεπώς αύξηση των εξαγωγών και κάποια μείωση των εισαγωγών), σύλληψη μέρους της φοροδιαφυγής που είναι υπεύθυνη τόσο για το δημόσιο έλλειμμα όσο και για τις υψηλές εισαγωγές. Τέλος ελάφρυνση του χρέους αφ’ ενός με διαγραφή μέρους αυτού αφ’ ετέρου με επαναγορά ενός άλλου στη δευτερογενή αγορά, αφού έχει πέσει η αξία των ομολόγων σε χαμηλά επίπεδα (η επιμήκυνση είναι ένας επιπρόσθετος τρόπος ελάφρυνσης). Οι απολύσεις και οι περικοπές λειτουργούν αντιστρόφως. Τουτέστιν αντί ο στόχος να είναι η μείωση του αριθμητού (το έλλειμμα ή το χρέος) θα πρέπει να τεθεί ως τέτοιος η αύξηση του παρανομαστού (το ΑΕΠ).

Συνεπώς, η ακολουθητέα πολιτική υπό τις οδηγίες της τρόικας ελάχιστες ελπίδες αφήνει για αποφυγή γενικευμένης πτώχευσης. Ακόμη και αν η τελευταία καλυφθεί κάτω από ποικίλα τεχνάσματα είναι βέβαιο ότι το επίπεδο διαβίωσης του μέσου Έλληνα, το ύψος της ανεργίας κλπ δεν πρόκειται να επανέλθουν στη χώρα στα επίπεδα του 2008 πριν την πάροδο πολλών ετών (κατά τις πλέον αισιόδοξες προσεγγίσεις όχι πριν το 2025).

Κείμενο του Καθηγητή Παπαηλία Θεόδωρου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Θέλει μαγκιά για να αρνηθείς της σιγουριάς τα κυβικά και εμείς δεν είμαστε μάγκες

Ζούμε σε ύποπτες εποχές. Εποχές συνυφασμένες με την αβεβαιότητα, την υποταγή σε πράγματα και ιδέες που δεν πιστεύουμε πραγματικά αλλά τα υιοθετούμε, γιατί έτσι πρέπει. Έτσι μάθαμε και το τηρούμε…

Κάποτε υπήρχε πυγμή, υπήρχαν ήρωες, υπήρχαν αυτοθυσίες. Σήμερα στην πολυθρόνα του βολέματος καθόμαστε και λειτουργούμε μηχανικά σαν ρομπότ. Οι κινήσεις μας, το γέλιο μας, το βλέμμα μας, ακόμα και τα αισθήματά μας, μηχανοποιημένα και αυτά ακολουθούν την τυποποιημένη, σταθερή οδό. Η δύναμη του καθιερωμένου αποκλείει κάθε είδους απαγκίστρωση από αυτό. Δεν υπάρχει η βούληση, ούτε η πολυτέλεια για καινοτομίες. Έτσι μάθαμε και έτσι θα συνεχίσουμε. Η δύναμη της συνήθειας για άλλη μια φορά προβάλλει στο προσκήνιο.

Θέλει μαγκιά για να αρνηθείς της σιγουριάς τα κυβικά και εμείς δεν είμαστε μάγκες.Είμαστε βολεψάκηδες, παιδιά της παράδοσης και της συνήθειας. Δεν έχουμε μάθει να λέμε όχι. Είμαστε καλά παιδιά. Πρώτα από όλα δε μάθαμε να λέμε όχι στη μιζέρια μας. Λέει ο άνεργος νέος: Οκ, δεν έχω …

Εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για ένα καινούργιο κόσμο. Εκεί θα σε περιμένω...

Γιατί δεν μπορώ να υποτιμήσω την κυβερνητική συμμαχία…

Θα βρει η κυβερνητική πλειοψηφία τους 180 βουλευτές ώστε να εκλέξει νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Θα πάμε σε εκλογές; Θα κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ; Μπορεί να κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που εκφράζονται καθημερινά μέσω των πολιτικών και των ΜΜΕ της χώρας.

Έτσι λοιπόν, καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες σε απανωτά ερωτήματα και διλήμματα που μοναδικό σκοπό έχουν να διχάσουν τον κόσμο.

Έχουμε διαβάσει στην ιστορία για πληθώρα πολιτικών συστημάτων που εφαρμόστηκαν και τα αποτελέσματα αυτών. Όμως διαχρονικά στην ιστορία μία ήταν η πολιτική που εφαρμόστηκε με μεγάλη επιτυχία. Dividi e impera. Διαίρει και βασίλευε…

Στο βάθος της ιστορίας χάνεται η πατρότητα της εν λόγω φράσης. Μπορεί να την ανέφερε ο Φίλιππος της Μακεδονίας ή ο Ιούλιος Καίσαρας, μπορεί ακόμα και ο Μακιαβέλι.

Μπορεί να μην ξέρουμε την πατρότητα της φράσης όμως γνωρίζουμε πολύ καλά τον τρόπο που εφαρμόστηκε στη χώρας μας από τους πολιτικούς μας.

Αριστεροί- δεξιοί, πατριώτες και μη, Καραμανλής ή τανκ και άλ…