
Ο
του Paulo Coelho
Ηρακλής ήταν ακόμα νέος και άπειρος και είχε όλη του τη ζωή μπροστά του, αλλά η καρδιά του ήταν ανήσυχη. Κοιτούσε γύρω του και έβλεπε ότι μερικοί φίλοι του περνούσαν τον καιρό τους διασκεδάζοντας, πίνοντας και βγαίνοντας με κορίτσια, ενώ εκείνος ήταν υποχρεωμένος να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ για να βοηθήσει στη συντήρηση του σπιτιού του.
Ένα πρωί ο πατριός του τον έστειλε σε μια κοντινή πόλη για να αγοράσει προζύμι. Ο Ηρακλής υπάκουσε, αλλά, καθώς ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε εκείνο τον δρόμο, έφτασε σ' ένα σταυροδρόμι και δεν ήξερε ποια κατεύθυνση να ακολουθήσει.
Ο δρόμος δεξιά του ήταν κακοτράχαλος και γεμάτος πέτρες, χωρίς καμία φυσική ομορφιά, αλλά ο Ηρακλής πρόσεξε ότι οδηγούσε σε μια όμορφη οροσειρά, με κορυφές που φαίνονταν γαλάζιες στον ορίζοντα.
Ο δρόμος αριστερά του ήταν φαρδύς και επίπεδος. Δίπλα του είχε ένα ποτάμι με διάφανα νερά, περιτριγύριζε ένα περιβόλι με καρποφόρα δέντρα και πουλιά κελαηδούσαν σε όλο του το μήκος. Ωστόσο, μια πρωινή καταχνιά δεν άφηνε να δεις που κατέληγε.
Ενώ σκέφτονταν, προσπαθώντας να πάρει την σωστή απόφαση, πρόσεξε ότι πλησίαζαν δύο όμορφες γυναίκες, μια από κάθε πλευρά. Εκείνη που ερχόταν από το δεντρόφυτο μονοπάτι έφθασε πρώτη, καθώς ο δρόμος αυτός ήταν πιο ευκολοδιάβατος. Ο Ηρακλής παρατήρησε ότι το πρόσωπό της χρύσιζε στον ήλιο και τα μάτια της έλαμπαν. Τον πλησίασε με μια γλυκιά και πειστική φωνή:
-Γεια σου, γεροδεμένο και μυαλωμένο αγόρι, είπε. Ακολούθησε με και θα σε οδηγήσω σε ήρεμους τόπους, όπου δεν υπάρχουν βάσανα για να τυραννούν το κορμί σου ή προβλήματα για να φέρνουν θλίψη στη ψυχή σου. Θα ζεις όπως οι φίλοι σου, σε έναν ασταμάτητο κύκλο μουσικής και χαράς και τίποτα δεν θα σου λείπει: ούτε το κρασί που θα σε ζωογονεί ούτε τα άνετα κρεβάτια ούτε οι πιο όμορφες κοπέλες της περιοχής. Ελα μαζί μου και η ζωή σου θα είναι ένα όνειρο.
Τη στιγμή εκείνη έφτασε στο σταυροδρόμι και η άλλη γυναίκα, που ερχόταν από το βουνίσιο μονοπάτι. Είπε στον Ηρακλή:
-Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτε από όλα αυτά. Στο δρόμο μου θα αποκτήσεις ότι καταφέρεις με τη δύναμη και τη θέλησή σου. Το μονοπάτι στο οποίο θα σε οδηγήσω είναι δύσβατο και φοβερό. Μερικές φορές έχει πολύ απότομες ανηφόρες και άλλες φορές έχει κοιλάδες όπου ποτέ δεν φτάνουν οι αχτίδες του ήλιου Τα τοπία που θα δεις μπορεί να είναι μεγαλοπρεπή κι επιβλητικά, είναι όμως μοναχικά και τρομακτικά. Ωστόσο, αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στις γαλάζιες κορυφές της φήμης και της νίκης που φαίνονται στο βάθος
Δεν μπορείς να τις φτάσεις χωρίς προσπάθεια και ότι επιθυμήσεις πρέπει να είναι καρπός του κόπου σου. Εάν θελήσεις να φας, θα πρέπει να φυτέψεις. Εάν θελήσεις αγάπη, θα πρέπει να αγαπήσεις. Εάν θελήσεις τον ουρανό, θα πρέπει να είσαι άξιος να περάσεις από τις πύλες του. Εάν θελήσεις να σε θυμούνται, θα πρέπει να είσαι έτοιμος να παλέψεις κάθε λεπτό της ζωής σου.
-Πως σε λένε; ρώτησε ο Ηρακλής.
-Μερικοί με λένε Εργασία, απάντησε η γυναίκα. Άλλοι όμως με λένε Αρετή και εγώ προτιμώ αυτό το όνομα.
Τότε ο Ηρακλής στράφηκε στην άλλη γυναίκα.
-Και το δικό σου όνομα ποιο είναι;
-Μερικοί με λένε Ηδονή, είπε εκείνη που είχε έρθει από τον ανθόσπαρτο δρόμο. Εγώ όμως προτιμώ να με φωνάζουν τύχη.
Ηδονή, δεν μπορώ να βρω που οδηγεί το μονοπάτι στο οποίο με προσκαλείς, είπε ο Ηρακλής. Από την άλλη πλευρά, η Αρετή μου δείχνει τις κορυφές στον ορίζοντα και που μπορώ να φθάσω με τις προσπάθειές μου.
Και πιάνοντας την Αρετή από το χέρι, πήρε το δρόμο που οδηγούσε στο πεπρωμένο του.
(Το κείμενο είναι μια διασκευή του Αμερικάνου συγγραφέα Τζέιμς Μπάλντουιν)
Σχόλια